Ενημερωτικός Κόμβος

Tax Flash: Ακύρωση της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί χαρακτηρισμού ως κρατικής ενίσχυσης του φορολογικού καθεστώτος τεσσάρων ισπανικών επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων

ΕΔΡΑ JEAN MONNET ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗΚΑΤΟΧΟΣ ΕΔΡΑΣ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

Καταρχήν να υπενθυμίσουμε το ιστορικό της υπόθεσης. Με νόμο του 1990 όλοι οι ισπανικοί επαγγελματικοί αθλητικοί σύλλογοι υποχρεώθηκαν να μετατραπούν σε αθλητικές ανώνυμες εταιρίες (στο εξής: ΑΑΕ), προκειμένου να ενθαρρυνθεί η πιο υπεύθυνη διαχείριση της δραστηριότητάς τους. Ωστόσο, ο νόμος προέβλεπε μία εξαίρεση όσον αφορά τους επαγγελματικούς αθλητικούς συλλόγους που ήταν κερδοφόροι κατά τις τελευταίες οικονομικές χρήσεις πριν από τη ψήφιση του νόμου. Οι σύλλογοι αυτοί μπορούσαν να συνεχίσουν να λειτουργούν υπό τη μορφή αθλητικού σωματείου. Τέσσερις ισπανικοί επαγγελματικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι -συγκεκριμένα, οι ομάδες Fútbol Club Barcelona (Βαρκελώνη), Club Atletico Osasuna (Παμπλόνα), Athletic Club (Μπιλμπάο) και Real Madrid Club de Fútbol (Μαδρίτη)- έκαναν χρήση της εξαίρεσης αυτής. Κατόπιν τούτου, ως νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και εν αντιθέσει προς ό,τι ίσχυε για τις ΑΑΕ, υπήχθησαν σε καθεστώς βάσει του οποίου εφαρμοζόταν επί των εσόδων τους ειδικός φορολογικός συντελεστής, ο οποίος παρέμενε, έως το 2016, χαμηλότερος από τον αντίστοιχο για τις ΑΑΕ.Με απόφαση της (Απόφαση (ΕΕ) 2016/2391 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2016, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.29769 (2013/C) (πρώην 2013/NN) που χορήγησε η Ισπανία υπέρ ορισμένων ποδοσφαιρικών συλλόγων (ΕΕ 2016, L 357, σ. 1)˙ βλ. IP της Επιτροπής IP/16/2401), η Επιτροπή έκρινε το 2016 ότι η Ισπανία είχε θεσπίσει παρανόμως κρατική ενίσχυση υπό τη μορφή φορολογικού πλεονεκτήματος υπέρ των τεσσάρων προαναφερθέντων επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το εν λόγω καθεστώς δεν συμβιβαζόταν με την εσωτερική αγορά. Σε συνέχεια της απόφασης αυτής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε την Ισπανία να θέσει τέρμα σε αυτό και να ανακτήσει με τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό από τους δικαιούχους το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε. Στην συνέχεια, οι ομάδες Fútbol Club Barcelona και Athletic Club προσέβαλαν την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Με την απόφασή του στην υπόθεση T-865/16, Fútbol Club Barcelona κατά Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αντιθέτως, απέρριψε την προσφυγή της ομάδας Athletic Club στην υπόθεση T-679/16. Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 17/19 Ανακοινωθέν Τύπου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι η εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων πρέπει να αφορά και τις διάφορες συνέπειές του, τόσο τις ευνοϊκές όσο και τις δυσμενείς για τους δικαιούχους, εφόσον ο διφορούμενος χαρακτήρας του προβαλλόμενου πλεονεκτήματος προκύπτει από τα ίδια τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος.Το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ουσία του μέτρου που ελέγχεται με την προσβαλλόμενη απόφαση έγκειται στον περιορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του φορολογικού καθεστώτος των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στον χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού στην Ισπανία, ως είχε κατά τη θέσπιση του νόμου του 1990. Επομένως, εξέτασε εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι το φορολογικό καθεστώς των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στο σύνολό του, είχε ως αποτέλεσμα να περιέρχονται οι δικαιούχοι του σε πιο πλεονεκτική κατάσταση από εκείνη, στην οποία θα βρίσκονταν αν έπρεπε να λειτουργούν υπό τη μορφή ΑΑΕ.Το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι, όπως είχε επισημάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την απόφασή της, στους τέσσερις δικαιούχους του επίδικου καθεστώτος εφαρμοζόταν, από το 1990 έως το 2015, ονομαστικός φορολογικός συντελεστής ο οποίος ήταν προτιμησιακός σε σχέση με τον ισχύοντα για τους συλλόγους που λειτουργούσαν υπό τη μορφή ΑΑΕ. Ωστόσο, η εξέταση του πλεονεκτήματος που απορρέει από τον ευνοϊκό συντελεστή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εξέταση των υπολοίπων συνιστωσών του φορολογικού καθεστώτος των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Επ’ αυτού, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ιδίως ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή, η Real Madrid Club de Fútbol είχε αναφέρει ότι η έκπτωση φόρου για την επανεπένδυση έκτακτων κερδών ήταν μεγαλύτερη για τις ΑΑΕ απ’ ό,τι για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Ο σύλλογος της Μαδρίτης είχε υποστηρίξει ότι η έκπτωση αυτή μπορούσε να είναι πολύ σημαντική λόγω της πρακτικής των μεταγραφών, αφού τα κέρδη ήταν δυνατό να επανεπενδυθούν προς απόκτηση νέων παικτών, και είχε ισχυριστεί ότι, μεταξύ 2000 και 2013, το φορολογικό καθεστώς των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα υπήρξε για την ίδια «σημαντικά δυσμενέστερο» σε σύγκριση με το καθεστώς των ΑΑΕ.Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είχε δεχθεί ότι το σχετικό πλεονέκτημα εκ του υψηλότερου ανώτατου ορίου φορολογικών εκπτώσεων, το οποίο ίσχυε για τις ΑΑΕ αντιστάθμιζε τον προτιμησιακό συντελεστή φορολογίας των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την αιτιολογία ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι αυτό το σύστημα φορολογικών εκπτώσεων «είναι κατ’ αρχήν και μακροπρόθεσμα περισσότερο ευνοϊκό». Ωστόσο, σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έφερε το βάρος αποδείξεως της ύπαρξης πλεονεκτήματος εκ του φορολογικού καθεστώτος των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υφίστατο τέτοιο πλεονέκτημα μόνον εφόσον αποδείκνυε, εντός των ορίων των υποχρεώσεων έρευνας που υπέχει, ότι η επιβολή λιγότερο ευνοϊκού ανώτατου ορίου στις φορολογικές εκπτώσεις υπέρ των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σε σχέση με τις εκπτώσεις υπέρ των ΑΑΕ, δεν αντιστάθμιζε το πλεονέκτημα που απέρρεε από τον χαμηλότερο ονομαστικό φορολογικό συντελεστή.Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στηρίχθηκε, επίσης, σε αριθμητικά στοιχεία που περιέχονταν σε μια μελέτη, την οποία προσκόμισε η Ισπανία κατά τη διοικητική διαδικασία. Βασιζόμενη σε αυτά κατέληξε ότι, για την πλειονότητα των οικονομικών χρήσεων που ελήφθησαν υπόψη, η πραγματική φορολογία των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων ως νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ήταν χαμηλότερη από εκείνη των αντίστοιχων συλλόγων, οι οποίοι υπάγονταν στο γενικό φορολογικό καθεστώς. Ωστόσο, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία αναφέρονταν σε συγκεντρωτικά δεδομένα, για όλους τους τομείς και τις επιχειρήσεις, και κάλυπταν μόνον τέσσερις οικονομικές χρήσεις, ενώ η εφαρμογή του επίδικου καθεστώτος εκτεινόταν χρονικά από το 1990 έως το 2015.Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εκ των ανωτέρω το συμπέρασμα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Το Γενικό Δικαστήριο έλεγξε στην συνέχεια εάν, παρά το σφάλμα αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικώς στα δεδομένα, τα οποία δόθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας, προκειμένου να διαπιστώσει ότι υπήρχε πλεονέκτημα. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τα δεδομένα αυτά έπρεπε να αντιπαραβληθούν με άλλα πραγματικά στοιχεία, τα οποία τέθηκαν υπόψη της Επιτροπής, όπως εκείνα που προσκόμισε η ομάδα Real Madrid Club de Fútbol, προκειμένου να αποδείξει πόσο σημαντικές είναι για τους επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους οι φορολογικές εκπτώσεις, σε συνδυασμό με την πρακτική των μεταγραφών παικτών.Εξάλλου (σκέψη 49), κατά πάγια νομολογία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει, χάριν της ορθής εφαρμογής των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις, να διεξάγει με επιμέλεια και αμεροληψία τη διαδικασία εξέτασης των καταγγελθέντων μέτρων, ώστε να διαθέτει, κατά την έκδοση της τελικής απόφασης με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη και, ενδεχομένως, ο ασύμβατος ή παράνομος χαρακτήρας της ενίσχυσης, όσο το δυνατόν πιο πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία για τον σκοπό αυτόν (βλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-559/12 P, EU:C:2014:217, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, τούτο σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διέθετε, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασής της, στοιχεία που αναδείκνυαν την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τομέα λόγω της σημασίας των φορολογικών εκπτώσεων, γεγονός που θα έπρεπε να της δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το αν ήταν δυνατό να ισχύουν για τον τομέα αυτόν οι διαπιστώσεις οι οποίες είχαν γίνει, βάσει συγκεντρωτικών στοιχείων για όλους τους τομείς, αναφορικά με την πραγματική φορολογία των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και των υποκείμενων στο γενικό καθεστώς φορέων αντιστοίχως. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι το επίδικο μέτρο παρείχε πλεονέκτημα στους δικαιούχους.Καταληκτικά, να σημειωθεί ότι κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του ΔΕΕ εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της. Βεβαίως, η αναίρεση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα.

Πηγή: Taxheaven